|
1.
|
Έξ. 32:19
|
Καθώς δε επλησίασεν εις το
στρατόπεδον, είδε τον μόσχον και χορούς•
και εξήφθη ο θυμός του Μωϋσέως, και έρριψε τας πλάκας από των χειρών αυτού
και συνέτριψεν αυτάς υπό το όρος•
|
|
2.
|
Κρ. 21:21
|
και παρατηρήσατε, και ιδού, εάν
αι θυγατέρες της Σηλώ εξέλθωσι να χορεύσωσιν
εις τους χορούς, τότε εξέλθετε εκ
των αμπέλων και αρπάσατε εις εαυτούς έκαστος την γυναίκα αυτού εκ των θυγατέρων
της Σηλώ, και υπάγετε εις την γην του Βενιαμίν•
|
|
3.
|
Κρ. 21:23
|
Και έκαμον ούτως οι υιοί
Βενιαμίν, και έλαβον γυναίκας κατά τον αριθμόν αυτών εξ εκείνων αίτινες εχόρευον, αρπάσαντες αυτάς• και
ανεχώρησαν και υπέστρεψαν εις την κληρονομίαν αυτών, και έκτισαν τας πόλεις
και κατώκησαν εν αυταίς.
|
|
4.
|
Α΄Σαμ. 18:6
|
Καθώς δε ήρχοντο, ενώ
επέστρεφεν ο Δαβίδ εκ της σφαγής του Φιλισταίου, εξήρχοντο αι γυναίκες εκ
πασών των πόλεων του Ισραήλ, ψάλλουσαι και χορεύουσαι, εις συνάντησιν του βασιλέως Σαούλ, μετά τυμπάνων,
μετά χαράς και μετά κυμβάλων.
|
|
5.
|
Α΄Σαμ. 21:11
|
Και είπον οι δούλοι του Αγχούς
προς αυτόν, Δεν είναι ούτος ο Δαβίδ ο βασιλεύς του τόπου; δεν είναι ούτος,
εις τον οποίον αμοιβαίως έψαλλον εν τοις χοροίς,
λέγουσαι, Ο Σαούλ επάταξε τας χιλιάδας αυτού, και ο Δαβίδ τας μυριάδας αυτού;
|
|
6.
|
Α΄Σαμ. 29:5
|
δεν είναι ούτος ο Δαβίδ, περί
του οποίον έψαλλον αμοιβαίως εν τοις χοροίς,
λέγοντες, Ο Σαούλ επάταξε τας χιλιάδας αυτού, Και ο Δαβίδ τας μυριάδας αυτού;
|
|
7.
|
Α΄Σαμ. 30:16
|
Και ότε ώδήγησεν αυτόν κάτω, ιδού, ήσαν
διεσκορπισμένοι επί το πρόσωπον παντός του τόπου, τρώγοντες και πίνοντες και χορεύοντες, διά πάντα τα λάφυρα τα
μεγάλα, τα οποία έλαβον εκ της γης των Φιλισταίων και εκ της γης του Ιούδα.
|
|
8.
|
Β΄Σαμ. 6:14
|
Και εχόρευεν ο Δαβίδ ενώπιον του Κυρίου εξ όλης δυνάμεως• και ήτο ο
Δαβίδ περιεζωσμένος λινούν εφόδ.
|
|
9.
|
Β΄Σαμ. 6:16
|
Ενώ δε η κιβωτός του Κυρίου
εισήρχετο εις την πόλιν Δαβίδ, Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, έκυψε διά της
θυρίδος, και ιδούσα τον βασιλέα Δαβίδ ορχούμενον και χορεύοντα ενώπιον του Κυρίου, εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία
αυτής.
|
|
10.
|
Α΄ Χρ. 15:29
|
Και ενώ η κιβωτός της διαθήκης
του Κυρίου εισήρχετο εις την πόλιν Δαβίδ, Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, έκυψε διά
της θυρίδος και ιδούσα τον βασιλέα Δαβίδ χορεύοντα
και παίζοντα, εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία αυτής.
|
|
11.
|
Νεεμ. 12:31
|
Τότε ανεβίβασα τους άρχοντας
του Ιούδα επί το τείχος και έστησα δύο μεγάλους χορούς αινούντων• ο μεν επορεύετο επί τα δεξιά, επί του τείχους
προς την πύλην της κοπρίας•
|
|
12.
|
Νεεμ. 12:38
|
Ο δε άλλος χορός των αινούντων επορεύετο εις το απέναντι, και εγώ κατόπιν
αυτών, και το ήμισυ του λαού επί του τείχους, επάνωθεν του πύργου των φούρνων
και έως του τείχους του πλατέος.
|
|
13.
|
Νεεμ. 12:40
|
Και εστάθησαν οι δύο χοροί των αινούντων εν τω οίκω του
Θεού, και εγώ και το ήμισυ των προεστώτων μετ' εμού•
|
|
14.
|
Ψαλ. 149:3
|
Ας αινώσι το όνομα αυτού χοροστατούντες• εν τυμπάνω και κιθάρα
ας ψαλμωδώσιν εις αυτόν.
|
|
15.
|
Ψαλ. 150:4
|
Αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χοροστασία• αινείτε αυτόν εν χορδαίς
και οργάνω.
|
|
16.
|
Άσμ. 6:13
|
Επίστρεψον, επίστρεψον, ω
Σουλαμίτις• επίστρεψον, επίστρεψον, διά να σε θεωρήσωμεν. Τι θέλετε ιδεί εις
την Σουλαμίτιν; Ως χορόν δύο
στρατοπέδων;
|
|
17.
|
Εκκλ. 3:4
|
καιρός του κλαίειν και καιρός
του γελάν• καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν•
|
|
18.
|
Ησ. 13:21
|
αλλά θηρία θέλουσιν αναπαύεσθαι
εκεί• και αι οικίαι αυτών θέλουσιν είσθαι πλήρεις ολολυζόντων ζώων• και
στρουθοκάμηλοι θέλουσι κατοικεί εκεί και σάτυροι θέλουσι χορεύει εκεί•
|
|
19.
|
Ιερ. 31:4
|
Πάλιν θέλω σε οικοδομήσει και
θέλεις οικοδομηθή, παρθένε του Ισραήλ• θέλεις ευπρεπισθή πάλιν με τα τύμπανά
σου και θέλεις εξέρχεσθαι εις τους χορούς
των αγαλλομένων.
|
|
20.
|
Θρ. 5:15
|
Έπαυσεν η χαρά της καρδίας
ημών, ο χορός ημών εστράφη εις
πένθος.
|
|
21.
|
Ματθ. 11:17
|
και λέγοντα• Αυλόν σας
επαίξαμεν, και δεν εχορεύσατε, σας
εθρηνωδήσαμεν, και δεν εκλαύσατε.
|
|
22.
|
Ματθ. 14:6
|
Ότε δε ετελούντο τα γενέθλια
του Ηρώδου, εχόρευσεν η θυγάτηρ
της Ηρωδιάδος εν τω μέσω και ήρεσεν εις τον Ηρώδην•
|
|
23.
|
Μάρκ. 6:22
|
και εισήλθεν η θυγάτηρ αυτής
της Ηρωδιάδος και εχόρευσε και
ήρεσεν εις τον Ηρώδην και τους συγκαθημένους, είπεν ο βασιλεύς προς το
κοράσιον• Ζήτησόν με ό,τι αν θέλης, και θέλω σοι δώσει.
|
|
24.
|
Λουκ. 7:32
|
Είναι όμοιοι με παιδία καθήμενα
εν τη αγορά και φωνάζοντα προς άλληλα και λέγοντα• Αυλόν σας επαίξαμεν, και
δεν εχορεύσατε• σας εθρηνωδήσαμεν,
και δεν εκλαύσατε.
|
|
25.
|
Λουκ. 15:25
|
Ήτο δε ο πρεσβύτερος αυτού υιός
εν τω αγρώ• και καθώς ερχόμενος επλησίασεν εις την οικίαν, ήκουσε συμφωνίαν
και χορούς,
|