«Κύριε Ιησού Χριστέ, το γλυκύτατον τέκνον του ουρανίου Πατρός, τι άραγε
κακόν έπραξες, ώστε να υποστής την φοβεράν του σταυρού καταδίκην; Ποίον είναι
το έγκλημά σου, ώστε να υποφέρης τα τόσον φοβερά παθήματα του θανάτου; Ποίον
είναι το ανόμημά σου; Ποία η ενοχή σου; Ποία του θανάτου σου η αιτία; Ποία η
δικαιολογία της καταδίκης σου; Εγώ ο αμαρτωλός άνθρωπος, εγώ είμαι η πληγή
σου, η οποία σου προξενεί τους πόνους επάνω εις τον σταυρόν. Εγώ είμαι η
αφορμή του θανάτου σου, εγώ ο εγκληματίας, χάριν του οποίου σύ ο αναμάρτητος
εδικάσθης. Εγώ είμαι η αιτία ένεκα της οποίας σύ ετραυματίσθης και έπαθες και
εδοκίμασες τους οδυνηρούς πόνους του σταυρικού θανάτου.
…Διότι πράγματι, εγώ ο άνθρωπος κατεπάτησα του θείου νόμου τας εντολάς,
σύ δε εδικάσθης αντί εμού. Εγώ έπραξα το πονηρόν, και σύ υπέστης την
καταδίκην. Εγώ ημάρτησα, και σύ ετιμωρήθης με το φραγγέλιον. Εγώ
υπερηφανεύθην, και σύ εδοκίμασες εξευτελισμούς. Εγώ εφλογίσθην από την
έπαρσιν και αλαζονείαν, και σύ περιεφρονήθης. Εγώ έγινα παρήκοος εις
τας εντολάς του Θεού, και σύ, με την μέχρι θανάτου υπακοήν σου εις το θέλημα
του ουρανίου Πατρός, επλήρωσες το πταίσμα της ιδικής μου παρακοής. Εγώ
παρεδόθην ως ακρατής εις την πολυφαγίαν και καλοπέρασιν, και σύ επείνασες και
εστερήθης εις τον επίγειον βίον σου. Εμέ ο πειρασμός της αμαρτίας εδελέασε
και παρέσυρεν, όπως άλλοτε ο όφις του απηγορευμένου καρπού προσείλκυσε τον
Αδάμ και τον έκαμε παραβάτην της εντολής του Θεού, ενώ Σέ, η τελεία προς τους
ανθρώπους αγάπη, ανεβίβασεν επάνω εις το ξύλον του σταυρού.
…Τι λοιπόν Κύριε, ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου, τι να σου ανταποδώσω δι’
όλας τας ευεργεσίας σου και τας δωρεάς σου, τας οποίας μου έδωκες;
…Και όμως υπάρχει, ώ Υιέ του Θεού, ως προς αυτήν την παράδοξον οικονομίαν
της σωτηρίας μας, υπάρχει τρόπος ώστε και η ιδική μας αδυναμία και πτωχεία να
γίνη ικανή οπωσδήποτε ν’ ανταποδώση εις σέ. Αυτό θα γίνη, εάν με την ιδικήν
σου επίσκεψιν και βοήθειαν, η ψυχή μου συγκινηθείσα αποφασίση να σταυρωθή, ως
προς την αμαρτίαν, και να νεκρώση τον σαρκικόν άνθρωπον μαζί με τα πάθη
και τας επιθυμίας αυτού. …
Ώ Κύριε, ρίψε επάνω εις τας πληγάς της ψυχής μου ως φάρμακον το έλεος σου
και την βοήθειαν σου, την οποίαν εξ αρχής παρέχεις εις τους πιστεύοντας,
ούτως ώστε αφού αποπτύσω την δηλητηριώδη χολήν, με την οποίαν με δηλητηρίασε
η έχιδνα της αμαρτίας, να φθάσω εις την τελείαν ψυχικήν υγείαν, με την οποίαν
με εδημιούργησες εξ αρχής, αφού δε δοκιμάσω και πίω το γλυκύ ποτόν της αγάπης
προς σέ, να περιφρονήσω όλας τας αμαρτωλάς απολαύσεις του κόσμου, αι οποίαι
τώρα μαγεύουν και προσελκύουν την ψυχήν μου.
…Σε παρακαλώ, Κύριε, δός μοι την χάριν αυτήν, να μη με ευχαριστή τίποτε
απολύτως μακράν από σέ, τίποτα χωρίς εσένα να είναι ευχάριστον εις εμέ”.
|